Ο θανατοποινίτης Σωκράτης μιλάει μέσα απ’ τη φυλακή του για τις αιώνιες αλήθειες το Θεό τη δικαιοσύνη την αρετή

Μετά το τέλος της δίκης οι Αθηναίοι άργησαν να διαλυθούν, σχημάτισαν έξω από το δικαστήριο μπουλούκια και συζητούσαν την απόφαση.Ανάμεσά τους πέρασε ο Σωκράτης, περιτριγυρισμένος από άγριους Σκύθες τοξότες.Πίσω του ακολουθούσαν οι φίλοι.Δύο τρείς ακόμα κλαίγανε.Άκουσε τους λυγμούς τους,κοντοστάθηκε και τους είπε: «Τί είν’ αυτά τα καμώματα;Δεν ξέρετε πως, αφότου γεννήθηκα, είχα καταδικαστεί να πεθάνω;Τώρα που με περιμένουν γερατειά και βάσανα, πρέπει να χαίρεστε πως θα τ’ αποφύγω».
Αλλά ένας Σκύθης τον έσπρωξε να βαδίσει και δεν είπε τίποτ’ άλλο.Σε λίγο η συνοδεία έφτασε στη φυλακή, που δεν απείχε πολύ από την Ηλιαία.Στην πόρτα τον χαιρέτισαν οι δικοί του συγκινημένοι.Η Ξανθίππη, καθώς τον αγκάλιασε, πρόφερε μέσα στ’ αναφιλητά της:
- «Φρενιάζω να ξέρω πως σε θανατώνουν άδικα».
Ο Σωκράτης της χάιδεψε τρυφερά την πλάτη κι αποκρίθηκε:
- «Μήπως θα προτιμούσες, καλή μου, να ήμουνα ένοχος;»Και γέλασε.Έκανε με το χέρι σε όσους τον ακολουθούσαν ένα χαιρετισμό και μπήκε στη φυλακή.Τον κάθισαν οι Σκύθες σε κρεβάτι κι ο δεσμοφύλακας του αλυσόδεσε το δεξί πόδι, λες κι ήταν κακούργος.Το κελί του φαρδύ, μα σκοτεινό. Εκεί θάμενε ο Σωκράτης είκοσι οκτώ μέρες,ώσπου να γυρίσει το ιερό πλοίο από τη Δήλο, γιατί, όσο βαστούσε το προσκύνημα,απαγορευόταν να εκτελεστούν κατάδικοι.Φυσικό λοιπόν θα ήταν να δικαστεί ο φιλόσοφος όταν θα τέλειωναν τα πανηγύρια, μα οι κατήγοροί του, που είχανε καλά οργανωθεί, βιάστηκαν να τον δικάσουν.Αυτό θυμίζει τη βιασύνη των Ιουδαίων, που σταύρωσαν τον Ιησού Χριστό λίγες ώρες πριν από τη γιορτή του Πάσχα.Ο Σωκράτης, μόνος στα σκοτεινά, δοκίμασε να συλλογιστεί τη δραματική μέρα που πέρασε,μα,κουρασμένος καθώς ήταν, γρήγορα αποκοιμήθηκε.Σαν μπήκε τα ξημερώματα λίγο φώς από το παραθυράκι του κελιού, ξύπνησε.Έκανε να μετακινηθεί, όμως η αλυσίδα τον πόνεσε κι ένιωσε πως ήτανε φυλακισμένος. Έφαγε το ξερό ψωμί που τούφερε ο δεσμοφύλακας και πάλι ξαναθυμήθηκε τη χτεσινή μέρα.Δεμένος και μόνος, αυτός που από το το πρωί ως το βράδυ τριγύριζε το Άστυ κυνηγώντας την ανθρώπινη παρουσία, στοχαζόταν τώρα ότι καλά φέρθηκε στο δικαστήριο.«Κάθε υποχώρησή μου θάφερνε ζημιά στο μέγα έργο που ανέλαβα.Σημασία έχει η τελική νίκη, όχι ο προσωρινός αγώνας.Σωστά πεισμάτωσα τους Ηλιαστές, για να με καταδικάσουν.Εξαιτίας του θανάτου μου πολλοί θα βρίσκονται,κάθε γενεά,για να μελετάν τη διδαχή μου, στον αιώνα τον άπαντα.Κάθε Αθηναίος χωριστά ήτανε φίλος μου.Όλοι μαζί με καταδίκασαν, γιατί τ’ ανθρώπινο κοπάδι δυναστεύει όποιον θελήσει να ταράξει τις ταπεινές του τάσεις».
Τη σκέψη του την έκοψε κρότος από κουδούνια βοδιών, που τα οδηγούσαν, πρωί-πρωί,στη βοσκή.Η μοναξιά τον έκανε να χαίρεται και τον παραμικρότερο αντίλαλο που ερχόταν απ’ έξω.Και φωνή μικροπωλητή, που διαλαλούσε μελόπιτες, και πέρασμα κάρου όλα ευχάριστα.Ωστόσο, η μεγάλη του χαρά ήταν ο ερχομός των μαθητών.Ο ίδιος είχε πιά σβήσει για τον κόσμο,τελευταία του ελπίδα να εξαπλωθούν οι αρχές του, απόμειναν εκείνοι.Στην αρχαιότητα οι κατάδικοι είχαν το δικαίωμα να δέχονται κάθε μέρα επισκέψεις,όσοι μάλιστα ήταν φυλακισμένοι μ’ ελαφρότερες ποινές, μπορούσαν στις δύο μεγάλες γιορτές,Διονύσια και Παναθήναια, να τριγυρίζουν λεύτεροι όσο να νυχτώσει,αρκεί να δίνανε το λόγο της τιμής τους πως δε θα δραπέτευαν.Μόλις γινόταν οχτώ η ώρα το πρωί, άνοιγε ο δεσμοφύλακας το κελί του Σωκράτη και μπαίναν οι φίλοι και μαθητές του.Τις ώρες που περνούσαν κοντά του δοκίμαζαν παράξενα συναισθήματα.Μόλο που γνώριζαν πως σύντομα θα χάνανε το δάσκαλό τους, που τόσο τον αγαπούσαν, δεν αισθάνονταν λύπη.Μπροστά τους έστεκε ένας Σωκράτης που συζητούσε πάντοτε με το ίδιο κέφι πού έδειχνε στην αγορά.Πλησίαζε το Χάρο με τόση σιγουριά,ώστε τους έδινε την εντύπωση πως τον οδηγούσε στον Άδη κάποια θεία θέληση που του εξασφάλιζε την ευτυχία στον άλλο κόσμο.Δεν νιώθαν όμως ούτ’ ευχαρίστηση,γιατί τους σκέπαζε το πένθος.Ενώ γελούσαν με τις ειρωνείες του φιλόσοφου,τύχαινε αμέσως να στενοχωρηθούν,μόλις άλλη φράση τους ξαναγύριζε στην πραγματικότητα.Βλέποντας την αδιαφορία τους, συλλογίζονταν:«εμείς είμαστε τρελλοί κάν αυτός;»
Ο Σωκράτης είχε καταφέρει να κάνει τη φυλακή του φιλοσοφική σχολή.Για το Θεό τους ορμήνευε:
- «Υπάρχουν πολλοί λαϊκοί Θεοί,αλλά ένας είναι ο Δημιουργός.Εκείνος, ο πανταχού παρών,που μαντεύει τους κρυφότερους λογισμούς μας και φροντίζει για το κάθε τι.Μόνον Εκείνος ξέρει τα μυστικά του κόσμου.Άλλος κανείς.Άμα πιστεύεις στον Παντοδύναμο Θεό,όλα γίνεται να τα υποφέρεις, τίποτα δεν είναι δύσκολο.Καθώς ο Θεός είναι δικαιότατος,ο άνθρωπος μπορεί να τον πλησιάσει, αν πράττει παντού και πάντοτε το δίκαιο. Αυτό είναι το μέτρο της αξίας ενός ανθρώπου:πόσα αγαθά σκορπάει γύρω του.Όποιος κάνει αδικίες τιμωρείται όχι με δαρμούς ή πρόστιμα -κάτι τέτοια τα περιφρονάνε οι πονηροί - αλλ’ από κείνο που είν αδύνατο να ξεφύγει...».
- «Ποιό εννοείς;» ρώτησε ο Φαίδων.
- «Εννοώ πως τιμωρία του είναι ότι θα ζεί τη ζωή που διάλεξε, την ξελογιασμένη,που τον απομακρύνει από τη θεία ευδαιμονία.Συνηθίζουμε να παραμελούμε το Θεό, οι μικροέγνοιες της καθημερινής ζωής μας τον σκεπάζουν και δεν τον θυμούμαστε παρά μόλις παρουσιαστεί κίνδυνος. Υπάρχουν εποχές, όπως αυτή που περνάμε τώρα, που φαίνεται σαν ο Δημιουργός ν’ αδιαφορεί για την ανθρωπότητα και ν’ αφήνει άλλες δυνάμεις να την κυβερνάν.Ωστόσο, Εκείνος έχει σπείρει την αιτία και περιμένει, περ’ από τη γνώση μας, να ωριμάσει ο καρπός. Δεν κινδυνεύει ο Θεός, φίλοι μου, οι άνθρωποι κινδυνεύουν...».
Συχνά τους μιλούσε για την καλοσύνη.Αγαπούσε τον άνθρωπο με μια λατρεία γεμάτη πάθος.
- «Είναι δύσκολο να ζεΊς με τους ανθρώπους,τους έλεγε.Μονάχα η καλοσύνη μπορεί να τους μονοιάσει. Δοκιμάστε να βλέπετε το χειρότερο εχθρό και τον καλύτερο φίλο σας με την ίδια λαχτάρα.Συμμεριστείτε τις αμφιβολίες και τις δοκιμασίες των ανθρώπων,για να ελαφρύνετε το φορτίο τους. Μη νομίσετε πως χρειάζεται πολύς κόπος για να ξυπνήσετε τις ψυχές των ανθρώπων.Έχει κάτι θεϊκό η ψυχή κι αποζητά τη λύτρωσή της.Βοηθήστε τις ψυχές κι αυτές θα σας ανταποκριθούν».
Έτσι μιλούσαν ως το μεσημέρι,οπόταν έφτανε η Ξανθίππη.
Η γυναίκα του δυό φορές τη ημέρα έκανε το δρόμο από το σπίτι στη φυλακή, μονότονα, κουβαλώντας όσα είχε μαγερέψει.Το μεσημέρι φεύγαν οι σύντροφοι, για να ξαναγυρίσουν κατά τις δύο.Μόλις έμενε μόνος, ο Σωκράτης άρχιζε να συλλογιέται τις απορίες που τύχαινε να τον ερωτήσει ο ένας ή ο άλλος από τους μαθητές.Η ερημιά του κελιού βοηθούσε το ανθοβόλημα της σκέψης του.Κάθε ζήτημα το εξέταζε λεπτόλογα κι από το βαθύ ωκεανό της σοφίας του βγαίνανε ξεκάθαροι λογισμοί.
Ο Σωκράτης με τη λογική (το «Λόγο», καθώς την ονόμαζε) ήξερε ν’ ανοίγει τις πόρτες ενός ανώτερου κόσμου,όπου τίποτα δεν υπήρχε ταπεινό.Ζωντανή κι αδιάκοπη επιδρούσε η ζωή στους στοχασμούς του,για να πετύχει,αργότερα,το αντίθετο,την επίδραση των στοχασμών του στη ζωή των ανθρώπων.Κι άμα γύριζαν τ’ απομεσήμερο οι φίλοι,άνοιγε τη συζήτηση στις απορίες που είχανε τεθεί και τους καθοδηγούσε.Εδώ και κάμποσο χρόνια είχε ελπίσει να πιάσει η διδαχή του στη Αθήνα και από τους Αθηναίους,που έστεκαν σ’ ανώτερο πνευματικό επίπεδο,να διαδοθεί στον άξεστο κόσμο.Η αποτυχία του με τους συμπολίτες τον έκανε να πασχίζει να δημιουργήσει, σαν Απόστολους, τουλάχιστον αυτούς τους λίγους πιστούς.Τους έλεγε:«Εσείς πια ότι κάνετε, εγώ φεύγω.Σας διάλεξα με προσοχή,σας έχω εμπιστοσύνη.Μη δειλιάσετε από την καταδίκη μου.Καμιά προσπάθεια για ένα μεγάλο σκοπό δεν πάει χαμένη,δεν ξεχνιέται,ακόμη και όταν χαθεί.Είν’ ανόητο να κατηγορεί κανείς την εποχή του.Πάντα υπάρχουν καλοί άνθρωποι άξιοι να τη διορθώσουν.Βρέστε τους!Δε θέλω να σχηματίσετε Ομάδα ή Σχολή.Μόνοι σας ζητήστε,καθώς έκανα εγώ,νέους,ζωντανούς.Ποτίστε τους με τη δική σας πίστη, και αρκούνε λίγοι,για ν’αλλάξουν τη ζωή των πολλών.Μείνετε ταπεινοί, για να μη νομιστεί πως παριστάνετε τους ανώτερους.Το φέρσιμό σας ας γίνεται παράδειγμα.Μια ζωή γεμάτη αφοσίωση είναι μάθημα πιο διδαχτικό από τα καλύτερα λόγια».
Γυρόφερε το βλέμμα του να ιδεί τους συντρόφους και τα μάτια του άστραψαν από ελπίδες.Ήτανε φανερή η μαγεία που σκόρπιζαν πάνω τους τα λόγια του,λες και κάποια θεία ύλη ακτινοβολούσε από τον Προφήτη και τους διαπότιζε.Όσο τους μιλούσε, ζούσαν σ’ αδιάκοπη ηθική ένταση.
Έλεγε:«Πρέπει να εργάζεστε για το σύνολο.Όποιος δε βοηθεί τους άλλους,τους βλάφτει.Αφού ο Θεός σας έπλασε λεύτερους, έχετε υποχρέωση, για να τον ευχαριστήσετε, να προσφέρετε υπηρεσίες στους συνανθρώπους.Το να ξεπεράσει ο άνθρωπος τον άνθρωπο, είναι μια προσπάθεια που τη θέλει κι ο Θεός κι η φύση.Ανάγκη να την αναλάβετε.Η ανθρώπινη κοινωνία είναι θεμελιωμένη στην απάτη.Η ζωή, μια αδιάκοπη υποκρισία.Οι πολίτες έχουν ατελέστατη γνώση της αλήθειας,αλλά τέλεια γνώση της ψευτιάς.Ακόρεστη την απληστία τους.Οι κακοί,προσκυνώντας το υλικό συμφέρον,αδικούν.Δεν πιστεύουν ούτε σε Θεό, ούτε στην κοινωνία.Χρειάζεται υπομονή για να τους μάθετε πως το γενικό καλό είναι το πραγματικό συμφέρον τους,και τότε, άμα καταλάβουν,γιατί όλοι καταλαβαίνουν άμα τους κατηχείς επίμονα,τότε θα πάψουν ν’ αδικούν.Το κακό δε γίνεται να λείψει ολότελα.Κι αν ακόμα κάποτε σταματούσαν οι πόλεμοι, οι άνθρωποι θάχουν να παλεύουν με τον εγωισμό, τη ζήλια, την απάτη,που πάντα θα δηλητηριάζουν τη ζωή.Ωστόσο,λίγο λίγο, θα φυραίνει το κακό στον κόσμο.Μου είναι αδύνατο να πιστέψω πως οι άνθρωποι θα ζούν αιώνια μεταξύ τους σα λύκοι.Στα βάθη κάθε ατόμου κρύβονται σωροί σκουπίδια και λίγα κομμάτια χρυσάφι.Έργο σας να παραμερίσετε τα σκύβαλα, για να φανούν οι θησαυροί.Και ξέρετε πώς τους λένε;