ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΗ

Επιλογές άπό τό ομώνυμο βιβλίο τού Γιατρού-φυσιολόγου Άλέξη Καρέλ, Βραβείο Νόμπελ Ιατρικής

Σήμερα, τό νά ζεϊ κανείς σημαίνει να ικανοποιεί τυφλά τις ορέξεις του. Υπερβολικό φαΐ, χωρίς νά λαβαίνουμε υπόψη τούς νόμους τής διατροφής, κακοδιαλεγμένα τρόφιμα καί πολύ συχνά άσχημα παρασκευασμένα. Οι γυναίκες δέν ξέρουν πιά νά μαγειρέψουν. Οί πολιτισμένοι, συνήθισαν, λίγο- λίγο, νά δηλητηριάζονται κάθε μέρα άπό πολύ μεγάλες ποσότητες καφέ, τσαγιού, οινοπνεύματος, κρασιού, μελίτη καί καπνού. Χάρη στήν προπαγάνδα των έμπορων καί των βιομηχάνων καί στή συνενοχή των κυβερνήσεων οί λαοί τής Δύσης δημιούργησαν καινούριες άνάγκες καί έγκαταλείπονται μέ ήδονή στήν ικανοποίηση αυτών των άναγκών. Ό σύγχρονος έκφυλισμός οφείλεται μερικώς στήν άγάπη τών αλκοολικών ποτών. Οί πολιτισμένοι αφήνουν έπίσης τούς εαυτούς τους νά διευθύνονται άπό τις σεξουαλικές ορέξεις, πού οί διαστροφές τους είναι τόσο βλαβερές στούς νέους καί στούς γέρους. Υπάρχουν όμως άλλες ορέξεις, πιό λεπτές καί στήν έπιφάνεια λιγότερο επικίνδυνες άπό τά οινοπνεύματα ή τις σεξουαλικές διαστροφές καί πού ή ικανοποίησή τους είναι άκόμη πιό εύκολη, όπως ή άγάπη τής διαβολής καί τού ψέματος, ή προτίμηση τής διπλοπροσωπίας, ή κλίση στά σοφίσματα, στήν πολυγαμία, στά λόγια, στις πνευματικές κακίες. Αυτό τό ξεχαρβάλωμα τού πνεύματος, στό όποιο αισθάνονται ικανοποίηση οί περισσότεροι άνθρωποι, είναι σχεδόν τό ίδιο επικίνδυνο όσο καί τό χωρίς λόγο ποτό.

Ό λόγος γιά τήν ύπαρξη τής κοινωνίας είναι νά έπιτρέψει τήν ικανοποίηση αυτών τών άναγκών. Μέ τήν επίδραση έντούτοις τού υλιστικού φιλελευθερισμού, τά δημοκρατικά έθνη δέν άποδέχτηκαν τήν παγκοσμιότητα αυτών τών άναγκών. Άρνηθή- καμε στούς μαθητές, στούς έργάτες τών έργοστα- σίων καί τών αγρών, στούς υπαλλήλους, στούς δασκάλους καί στούς καθηγητές, στούς στρατιωτικούς, τίς άπαραίτητες συνθήκες γιά τήν πλήρη άνάπτυξη τού σώματος καί τού πνεύματός τους.
Ό πολιτισμός μας καταρρέει, γιατί αφήσαμε νά μεγαλώσει συγχρόνως ό πλούτος, πού διαφθείρει τό άτομο καί ή φτώχεια, πού τό μαζεύει καί τό κάνει άτροφικό. Επιτρέψαμε π.χ. στον άλκοολισμό ν’ άποκτηνώσει τούς έργάτες μας καί στό ραδιόφωνο, τον κινηματογράφο καί τά βλαβερά σπόρ νά παραλύουν τό πνεύμα τών παιδιών μας.
Τό πρώτο καθήκον τής κοινωνίας είναι νά δώσει σέ καθένα άπό τά μέλη της τή δυνατότητα νά έκπληρώσει τόν προορισμό του. Καί όταν γίνεται άνίκανη νά έκπληρώσει αυτό τό καθήκον πρέπει νά τή μεταρρυθμίζουμε.
Τή στιγμή αυτή δέν έχουμε τήν έξυπνάδα καί τή δύναμη ν’ άνοικοδομήσουμε άπό τήν αρχή έναν καινούριο κόσμο. Πριν ανανεώσουμε τούς θεσμούς μας πρέπει ν’ άνανεώσουμε τους έαυτούς μας. Τήν προσπάθεια λοιπόν αυτή τής άνανέωσης, καθένας μπορεί νά τήν άρχίσει άμέσως. Φαίνεται βέβαια παράλογο νά πιστεύουμε πώς έμείς, οί τόσο μικροί, είμαστε ικανοί νά πραγματοποιήσουμε τήν άναγέννηση τού Έθνους μας μέ μιά έλάχιστη άτομική προσπάθεια. Γιατί κανένας δέ μπορεί νά συμβάλει σ’ αυτό τό έργο, παρά μέ έναν άπειροελάχιστο τρόπο. Μιά όμως άδύνατη προσπάθεια, όταν πολλαπλασιάζεται έκατομμύρια φορές, γίνεται άκαταγώνιστη. Κανένας δέν πρέπει νά θεωρεί άχρηστη τή συμβολή του στό κοινό έργο, όσο άσή- μαντη κι άν τού φαίνεται.
Τίποτα δέν είναι πιό έπίπονο, όσο τό ν’ απογυμνωθεί κανείς άπό τόν έγωισμό του, άπό τήν άσωτία του, τή χοντράδα του, τήν τεμπελιά του, άπό τή νευρική άνισορροπία του, άπό τήν περηφάνια του, άπ’ όλα τά έλαττώματα, πού σταματούν τήν άνάπτυξη τής προσωπικότητας καί μάς κάνουν μισητούς στούς άλλους. ’Από τά έλαττώματα αυτά, πού μάς έξασθενούν, πού κάνουν μάταιες τίς προσπάθειές μας καί μάς καθιστούν στοιχεία βαθιά έλαττωματικά στό κοινωνικό οικοδόμημα.
Οί σύγχρονοί μας δέ γνωρίζουν οί μέν τούς δέ Δέν καταλαβαίνουν πώς ό κόσμος μας πέθανε κι ένας άλλος κόσμος σχηματίζεται.
Ό κόσμος αυτός θά ’ναι έκεΐνος πού θά δημιουργήσουμε. Έχουμε νά διαλέξουμε: άπό τό ένα μέρος, τό χάος, τά ερείπια, τή δουλεία. ’Από τό άλλο, τή σκληρή εργασία τής ανοικοδόμησης των έαυτών μας. ’Ανάμεσα στήν ικανοποίηση των όρεξεών μας καί τής ιδιοτροπίας μας καί στήν αυστηρή ύπακοή στους κανόνες τής ορθολογικής πορείας τής ζωής. Τελικά, ανάμεσα στο καλό καί στό κακό.
’Ανάμεσα στους σημερινούς άνθρώπους, πολλοί είναι πνευματικά νεκροί. Πρέπει νά κάνουμε τό προσκλητήριο των ζωντανών κι ή δύναμη τού καθενός θ’ αυξηθεί άπό τή δύναμη όλων των άλλων. Τότε οι ζωντανοί θά χωριστούν άπό τούς πεθαμένους. Δέ θά διατηρήσουν όμως τή ζωή παρά μέ τήν προϋπόθεση πώς θά ξέρουν τούς νόμους της. Γιά νά κερδίσει κανείς πρέπει νά ξέρει τούς κανόνες τού παιγνιδιού. Μέ κλεψιές κανείς δέν κερδίζει οριστικά. Δέ θά κερδίσουν παρά εκείνοι πού είναι έτοιμοι νά μή κερδίσουν τίποτα γιά τούς εαυτούς τους, γιατί τό μέλλον άνήκει σ’ εκείνους, πού, γιά ένα ιδανικό, τά διακινδυνεύουν όλα. Ή σύνεση δέν έγκειται στό νά ζεί κανείς γιά νά μήν κάνει τίποτα, γιά νά διασκεδάζει βλακωδώς, γιά νά κερδίσει χρήματα, γιά νά πάρει μιά σύνταξη. Έγκειται στό νά ζήσει ηρωικά. Στά μάτια τής νεολαίας τών δημοκρατικών χωρών ό ηρωισμός είναι μιά τρέλα. Μόνον όμως ή τρέλα αυτή ανταμείβει.
Τό μέλλον θά ’ναι άνάλογο μέ τό τί θά ’μαστέ έμείς. Είναι άπόλυτα βέβαιο πώς ή αρχή τής ελάχιστης προσπάθειας, ή ήθική τής ηδονής κι ό φιλελευθερισμός, βρίσκονται σ’ άντίθεση μέ τούς κανόνες τής πορείας, τούς γραμμένους μέσα στήν ίδια τή διάρθρωση τού σώματος καί τού πνεύματός μας. Πρέπει νά πεταχτούν μέ ριζικό τρόπο.
Γι’ αντάλλαγμα στήν ικανοποίηση τής τεμπελιάς μας καί τών όρέξεών μας, τί θά μάς φέρει ή ζωή, όπως πρέπει νά τή ζούμε; Θά μάς φέρει πρώτα τήν προσπάθεια, τή θυσία, τον πόνο, όπως κάθε τακτική
πού έχει γιά σκοπό τήν εξάσκηση τής νοημοσύνης τών οργάνων ή τών μυών. Ύστερα ένα πράγμα μιάς άνεκτίμητης αξίας τό όποιον έκείνοι πού άναζητούν τήν ευχαρίστηση μόνο στό πιοτό, στό χορό, στήν ικανοποίηση τών σεξουαλικών ορέξεων, στήν παρακολούθηση τού κινηματογράφου, στό χρηματικό κέρδος, στις αυτοκινητάδες καί στά αεροπορικά ταξίδια, πάντοτε θά τό στερηθούν. Αυτή τήν ιδιαίτερη, άκαθόριστη χαρά, πρέπει κανείς νά τήν έχει αισθανθεί ό ίδιος, γιά νά τήν κατανοήσει. Είναι ένα, σημάδι, μέ τό όποιο ή ζωή σημειώνει τή στιγμή του θριάμβου της. Δηλαδή τή στιγμή όπου οι φυσιολογικές κι οι νοητικές μας λειτουργίες φτάνουν τον καθορισμένο άπό τήν τάξη τών πραγμάτων σκοπό. Χαρά του αθλητή πού φτάνει στό τέρμα, τού καλλιτέχνη μπροστά στό έργο του, τής γυναίκας, πού άκούει νά κλαψουρίζει τό νεογέννητο της, τού επιστήμονα τή στιγμή μιάς εφεύρεσης, τού άρχηγού μιάς οικογένειας άνάμεσα στούς δικούς του, τού ηρώα, πού οδηγεί τό λαό του προς τη νίκη, τού άγιου πού άποκοιμιέται μέσα στήν ειρήνη τού Κυρίου.

Μπροστά σ’ αυτούς, πού τέλεια έπιτελούν τό άνθρώπινο επάγγελμά τους, ό δρόμος τής άλήθειας άνοίγεται πάντοτε. ’Απάνω σ’αύτόν τό μεγαλοπρεπή δρόμο, οι φτωχοί, όπως επίσης κι οι πλούσιοι, οι άρρωστοι κι οι ασθενικοί, όπως κι οι δυνατοί, οι άπιστοι όπως καί οι πιστοί, χωρίς διάκριση, καλούνται νά προχωρήσουν. Καί άν δεχτούν αυτή τήν πρόσκληση, είναι βέβαιοι πώς εκπληρώνουν τό πεπρωμένο τους, πώς συμμετέχουν στό άνώτατο έργο τής έξέλιξης, πώς έπισπεύδουν τήν άφιξη τής βασιλείας τού Θεού μέσα στό γήινο κόσμο. Καί πώς, έπιπλέον, έχουν ολόκληρη τήν ευτυχία, τή σύμφωνη μέ τήν άνθρώπινη φύση.