ΣΧΕΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΖΩΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΡΚΙΝΟΥ

Η κατανάλωση κρέατος και ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου.

 Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει καθορίσει ότι το 30% όλων σχεδόν των καρκίνων που εμφανίζονται στις Δυτικές χώρες και το 20% αυτών που εμφανίζονται στις αναπτυσσόμενες χώρες οφείλονται σε διατροφικούς παράγοντες.  Όταν οι ερευνητές του καρκίνου άρχισαν να εξετάζουν τη σύνδεση μεταξύ διατροφής και καρκίνου, ένα από τα πιο εξιοσημείωτα ευρήματα ήταν ότι οι άνθρωποι που απέφευγαν το κρέας είχαν πολύ λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν την ασθένεια.  Μεγάλης κλίμακας μελέτες στην Αγγλία και τη Γερμανία έδειξαν ότι οι φυτοφάγοι είχαν περίπου 40% λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν καρκίνο σε σύγκριση με τους κρεοφάγους.  Ένας στους τρείς (κρεοφάγους) στις ΗΠΑ (αναπτύσσει την ασθένεια).  Οι ερευνητές μελέτησαν τους Αντβεντιστές της Έβδομης Μέρας, μια θρησκευτική ομάδα που είναι αξιόλογη διότι αν και σχεδόν όλα τα μέλη της αποφεύγουν το κάπνισμα και το αλκοόλ και ακολουθούν γενικά υγιεινό τρόπο ζωής, σχεδόν ο μισός πληθυσμός τους είναι χορτοφάγοι, ενώ ο άλλος μισός καταναλώνει περιορισμένη ποσότητα κρέατος. 

 Διατροφή και καρκίνος

 Αυτό το γεγονός επέτρεψε στους επιστήμονες να διαχωρίσουν τα αποτελέσματα της κατανάλωσης κρέατος από άλλους παράγοντες. Στο σύνολό τους αυτές οι μελέτες έδειξαν σημαντική μείωση στον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου σε άτομα που αποφεύγουν το κρέας.  Ενώ σε αντιπαράθεση μελέτες του παν/μιου Χάρβαρντ έδειξαν ότι άτομα που καταναλώνουν καθημερινά κρέας έχουν περίπου τρείς φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο του παχέος εντέρου σε σύγκριση με αυτούς που σπάνια τρώνε κρέας.

Αναπτύχθηκαν λοιπόν ορισμένες υποθέσεις για να εξηγήσουν τη σύνδεση μεταξύ της κατανάλωσης κρέατος και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου.

Κατ ' αρχάς, το κρέας στερείται φυτικών ινών και άλλων θρεπτικών συστατικών που έχουν προστατευτική δράση.  Το κρέας περιέχει επίσης ζωικές πρωτεΐνες, κορεσμένα λιπαρά, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, καρκινογόνες ενώσεις όπως ετεροκυκλικές αμίνες (HCA) και πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες (PAH) που σχηματίζονται τόσο κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας του κρέατος όσο και κατά τη διάρκεια του μαγειρέματός του.  Τα HCAs που σχηματίζονται καθώς το κρέας μαγειρεύεται σε υψηλές θερμοκρασίες, και τα PAHs που σχηματίζονται κατά την καύση οργανικών ουσιών, πιστεύεται ότι αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου. Επιπλέον, η υψηλή περιεκτικότητα του κρέατος και των άλλων ζωικών προϊόντων σε λίπος αυξάνει την παραγωγή ορμονών, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο για ανάπτυξη μορφών καρκίνου σχετιζόμενων με τις ορμόνες, όπως ο καρκίνος του μαστού και ο καρκίνος του προστάτη.

Το 2007, το Αμερικανικό ίδρυμα για την Έρευνα του Καρκίνου (AICR) δημοσίευσε τη δεύτερη αναθεώρηση των μεγάλων μελετών του πάνω στις τροφές σε σχέση με τη διατροφή, και την πρόληψη του καρκίνου.  Για τους καρκίνους του οισοφάγου, του πνεύμονα, του παγκρέατος, του στομάχου, του παχέος εντέρου, του ενδομητρίου, και του προστάτη, αποδείχθηκε ότι το κόκκινο κρέας (βοδινό, χοιρινό ή αρνί) και γενικά η κατανάλωση επεξεργασμένου κρέατος ενδεχομένως αύξησε τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.  Αναφορικά με τον καρκίνο του παχέος εντέρου, μια επισκόπηση της βιβλιογραφίας καθορίζει ότι υπάρχουν βάσιμα επιστημονικά στοιχεία ότι το κόκκινο κρέας αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου και ότι το επεξεργασμένο κρέας και το κορεσμένο ζωικό λίπος, και σε μεγάλο βαθμό το μαγειρεμένο κρέας επίσης αποτελούν παράγοντες κινδύνου εμφάνισης καρκίνου.

Καρκινογόνες ουσίες στο μαγειρεμένο κρέας:

Ετεροκυκλικές αμίνες (HCAs,).  Οι HCAs είναι μια οικογένεια μεταλλαξιογόνων ενώσεων, που παράγονται κατά τη διάρκεια του μεγειρέματος πολλών ζωικών προιόντων, όπως το κοτόπουλο, το χοιρινό, το βοδινό και τα ψάρια.  Ακόμη και κρέας το οποίο μαγειρεύεται κάτω από φυσιολογικό ψήσιμο, τηγάνισμα ή εντατικό βράσιμο μπορεί να περιέχει σημαντικές ποσότητες αυτών των μεταλλαξιογόνων.  Όσο περισσότερο μαγειρεύεται το κρέας και σε όσο μεγαλύτερη θερμοκρασία, τόσο πιό πολλές από αυτές τις ενώσεις σχηματίζονται.  Σύμφωνα με κάποιες μελέτες, το κοτόπουλο ψημένο στη σχάρα σχηματίζει τις υψηλότερες συγκεντρώσεις αυτών των καρκινογόνων ουσιών από άλλους τύπους μαγειρεμένων κρεάτων.

 Οι κύριες κατηγορίες των ετεροκυκλικών αμινών περιλαμβάνουν αμινο-ιμιδιαζο-κουινολάινς, ή αμινο-ιμιδιαζο-κουινοξαλίνες (συλλογικά ονομάζονται ενώσεις τύπου IQ) και αμινο-ιμιδιαζο-πυριδίνες όπως PhIP.  Οι ενώσεις του τύπου IQ και PhIP σχηματίζονται από την κρεατίνη ή την κρεατινίνη, και συγκεκριμένα αμινοξέα, και σάκχαρα.  Όλα τα κρέατα (συμπεριλαμβανομένων των ψαριών) είναι υψηλά σε περιεκτικότητα κρεατίνης, και ο σχηματισμός των HCA είναι μεγαλύτερος όταν το μαγειρεύουμε το κρέας σε υψηλές θερμοκρασίες, όπως είναι ο κοινός τρόπος ψησίματος στη σχάρα ή τηγανίσματος.  Η κατανάλωση καλοψημένου κρέατος και κατά συνέπεια PhIP έχει συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού και καρκίνου του παχέος εντέρου.  Μια πρόσφατη μελέτη ασθενών στο Πανεπιστήμιο της Γιούτα περιελάμβανε 952 περιπτώσεις με καρκίνο του ορθού και από τους 1205 ελέγχους που έγιναν διαπιστώθηκε ότι τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες που είχαν την υψηλότερη κατανάλωση σε επεξεργασμένα ή καλομαγειρεμένα κρέατα είχαν αυξημένο κίνδυνο να πάθουν καρκίνο του ορθού.

Πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες:  ‘Οταν ψήνουμε το κρέας πάνω από φλόγα ή στη σχάρα αυτό έχει ως αποτέλεσμα το λίπος να πέφτει στην φωτιά και έτσι να παράγονται φλόγες με πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες.

Οι Πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAH) επικολούνται στην επιφάνεια της τροφής, και όσο πιο έντονη είναι η θερμότητα, τόσο μεγαλύτερη η παραγωγή PAH.  Πιστεύεται ευρέως ότι αυτό παίζει σημαντικό ρόλο στους καρκίνους που αναπτύσσουν οι άνθρωποι.  Μια αρκετά σταθερή συσχέτιση μεταξύ κατανάλωσης ψημένου ή στη σχάρα κρέατος, όχι τηγανητού, και εμφάνισης καρκίνου του στομάχου, μας κάνει να πιστεύουμε ότι η διατροφική έκθεση σε PAH μπορεί να παίξει ρόλο στην ανάπτυξη καρκίνου του στομάχου στους ανθρώπους.

Καρκίνος του μαστού:  Οι χώρες με υψηλότερη πρόσληψη λίπους, ειδικά ζωικού λίπους από το κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, έχουν υψηλότερη συχνότητα περιστατικών καρκίνου του μαστού.  Στην Ιαπωνία, για παράδειγμα, που η παραδοσιακή διατροφή είναι πολύ χαμηλότερη σε λιπαρά, κυρίως ζωικά λιπαρά, από την τυπική δυτική διατροφή, τα ποσοστά καρκίνου του μαστού είναι χαμηλά.  Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, όταν ο καρκίνος του μαστού ήταν πολύ σπάνιος στην Ιαπωνία, λιγότερο από το 10 τοις εκατό των θερμίδων της ιαπωνικής Δίαιτας προερχόταν από λίπος.  Η αμερικανική διατροφή έχει ως επίκεντρο τα ζωικά προϊόντα, τα οποία είναι υψηλά σε λιπαρά και χαμηλά σε άλλα σημαντικά θρεπτικά συστατικά, με 30 έως 35 τοις εκατό των θερμίδων να προέρχεται από το λίπος.  Όταν οι γιαπωνέζες μεγαλώνουν διατρεφόμενες με δυτικού τύπου τροφές, το ποσοστό αύξησης του καρκίνου του μαστού ανεβαίνει δραματικά.  Επίσης εύπορες γυναίκες στην Ιαπωνία, που τρώνε κρέας καθημερινά έχουν 8,5 φορές υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού από φτωχές γυναίκες που τρώνε κρέας σπάνια ή ποτέ.  Μία εξήγηση γι΄αυτό είναι ότι τα πλούσια σε λίπος φαγητά πυροδοτούν τις ορμόνες που δημιουργούν τον καρκίνο.

Σύμφωνα με τα νέα ευρήματα από τη Μελέτης Υγείας Γυναικών της Σαγκάης, η πρόσληψη σόγιας παρέχει προστασία από τον προεμμηνοπαυσιακό καρκίνο του μαστού όταν καταναλώνεται κατά τη διάρκεια της εφηβείας αλλά και στην ενήλικη ζωή.  Μετά από παρακολούθηση 73,223 γυναικών στην Κίνα για επτάμισι περίπου έτη εκτιμήθηκε η συνηθισμένη πρόσληψη (σόγιας) κατά τη διάρκεια της εφηβείας αλλά και της ενήλικης ζωής τους.  Εκείνες που είχαν την υψηλότερη πρόσληψη πρωτεΐνης σόγιας ή ισοφλαβόνης είχαν περίπου το μισό κίνδυνο να αναπτύξουν προεμμηνοπαυσιακό καρκίνο του μαστού, ανεξάρτητα από την ηλικία τη στιγμή της κατανάλωσης, έναντι εκείνων που είχαν τη χαμηλότερη.  Δεν βρέθηκε καμμία σημαντική συσχέτιση ανάμεσα σε προιόντα σόγιας και την ανάπτυξη καρκίνου του μαστού μετά την εμμηνόπαυση.

Η κατανάλωση τροφίμων που είναι πλούσια σε λίπη όπως το κρέας, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα τηγανητά τρόφιμα, ακόμη και τα φυτικά έλαια προκαλεί στο σώμα της γυναίκας την παραγωγή περισσότερων οιστρογόνων, που ευνοούν την ανάπτυξη των κυττάρων του καρκίνου του μαστού και άλλων οργάνων που είναι ευαίσθητα στις γυναικείες ορμόνες.  Αυτό υποδηλώνει ότι, αποφεύγοντας τα λιπαρά τρόφιμα σε όλη τους τη ζωή, οι γυναίκες μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο καρκίνων που σχετίζονται με τις ορμόνες.  Μια μελέτη του 2003, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα του Εθνικού Ινστιτούτου Καρκίνου, διαπίστωσε ότι, όταν τα κορίτσια ηλικίας οκτώ έως δέκα ετών μείωσαν την ποσότητα του λίπους στη διατροφή τους — έστω και πολύ λίγο — τα επίπεδα των οιστρογόνων τους παρέμειναν σε ένα χαμηλό και ασφαλές επίπεδο κατά τα επόμενα χρόνια.  Αυξάνοντας την κατανάλωση λαχανικών, φρούτων, δημητριακών και οσπρίων και μειώνοντας τις τροφές από ζωικά προϊόντα το ποσό της οιστραδιόλης (ένα από τα σημαντικότερα οιστρογόνα) στο αίμα τους μειώθηκε κατά 30 τοις εκατό, σε σύγκριση με ομάδα κοριτσιών που δεν αλλάξαν τη διατροφή τους.

Ερευνητές του πανεπιστημίου Χάρβαρντ πρόσφατα πραγματοποίησαν μια προοπτική ανάλυση σε δείγμα 90,655 προεμμηνοπαυσιακών γυναικών, ηλικίας 26-46 ετών, που ήταν εγγεγραμμένες στο πρόγραμμα Μελέτη Υγείας Νοσηλευτών ΙΙ και καθόρισαν ότι η πρόσληψη ζωικού λίπους, ιδιαίτερα από το κόκκινο κρέας και τα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά γαλακτοκομικά προϊόντα, κατά τη διάρκεια της προεμμηνοπαυσιακής χρονικής περιόδου συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού.  Ο Αυξημένος αυτός κίνδυνος δεν σχετίζεται με πρόσληψη φυτικών λιπαρών.

Επιπλέον, οι ερευνητές στο Ινστιτούτο Καρκίνου του Οντάριο πραγματοποίησαν μια περαιτέρω ανάλυση όλων των μελετών που είχαν δημοσιευθεί μέχρι και τον Ιούλιο του 2003 που είχαν γίνει πάνω στο διαιτητικό λίπος και στις τροφές που το περιέχουν σε σχέση με τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού.  Αυτή η περαιτέρω ανάλυση έδωσε παρόμοια αποτελέσματα για τον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού σε σχέση με την πρόσληψη λίπους.  Σημαντικοί σχετικοί κίνδυνοι προέκυψαν από την κατανάλωση κρέατος και κορεσμένου λίπους, με την υψηλή πρόσληψη κρέατος να αυξάνει τη εμφάνιση καρκίνου κατά 17% και την πρόσληψη του κορεσμένου λίπους να αυξάνει την εμφάνιση καρκίνου κατά 19%.

Διάφορες μελέτες δείχνουν ότι η πρόσληψη κρέατος είναι παράγοντας κινδύνου του καρκίνου του μαστού, ακόμα και όταν άλλοι παράγοντες, όπως η συνολική θερμιδική πρόσληψη και η συνολική πρόσληψη λίπους, είναι ελεγχόμενοι.  Αυτό μπορεί να συμβαίνει και λόγω του ότι το κρέας γίνεται πηγή καρκινικών παραγόντων ή μετταλαξιογόνων όπως τα HCAs, που σχηματίζονται κατά το μαγείρεμά του σε υψηλές θερμοκρασίες.  Μια νέα μελέτη των HCAs έδειξε ότι ορισμένοι HCAs εξαπλώνονται στο σώμα μέσω του μαστικού αδένα και ότι το ανθρώπινο σώμα μπορεί να τους ενεργοποιήσει μέσω του μεταβολισμού.  Κατά συνέπεια, η συχνή κατανάλωση κρέατος μπορεί να αποτελέσει παράγοντα κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού.

Καρκίνος του παχέος εντέρου:  Όπως και με τον καρκίνο του μαστού, η συχνή κατανάλωση κρέατος, ιδιαίτερα κόκκινου κρέατος, σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου.  Το συνολικό λίπος και το κορεσμένο λίπος, που είναι σημαντικά υψηλότερα σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης από ό, τι σε τρόφιμα φυτικής προέλευσης, και η ραφιναρισμένη ζάχαρη, αποτελούν αυξητικούς παράγοντες του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου.  Στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, οι ερευνητές προτείνουν μηδενική κατανάλωση κόκκινου κρέατος διότι ανακάλυψαν ότι άτομα που έτρωγαν μοσχάρι, χοιρινό ή αρνί καθημερινά είχαν περίπου τρείς φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν καρκίνο του παχέος εντέρου σε σύγκριση με άτομα που γενικά αποφεύγουν αυτά τα προϊόντα.

Μία αναθεωρημένη μελέτη 32 ατομικών και 13 ομαδικών μελετών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωση κρέατος σχετίζεται με αύξηση του κινδύνου καρκίνου του παχέος εντέρου, και η σύνδεση αυτή προκύπτει σταθερά από την κατανάλωση κόκκινου κρέατος και επεξεργασμένου κρέατος.  Όπως επίσης στην πρόσφατα δημοσιευμένη Μελέτη για την Πρόληψη του Καρκίνου ΙΙ, με τη συμμετοχή 148,610 ενήλικων οι οποίοι παρακολουθούνται από το 1982, η ομάδα με την υψηλότερη πρόσληψη κόκκινου κρέατος και επεξεργασμένου κρέατος είχε περίπου 30 έως 40 τοις εκατό και 50 τοις εκατό αντιστοίχως υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου, σε σύγκριση με εκείνους με τη χαμηλότερη πρόσληψη.

Σ’ αυτή τη μελέτη, η υψηλή πρόσληψη σε σχέση με το κόκκινο κρέας ορίστηκε στα 85 γραμμάρια για το μοσχάρι, το αρνί και το χοιρινό για τους άνδρες και στα 56 γραμμάρια για τις γυναίκες καθημερινά, όσο δηλαδή περιέχει ένα χαμπέργκερ.  Η υψηλή πρόσληψη επεξεργασμένου κρέατος (ζαμπόν, αλλαντικά, χοτ-ντογκ, μπέικον, λουκάνικο) ορίστηκε στα 28 γραμμάρια 5 ή 6 φορές την εβδομάδα για τους άνδρες, και 2 ή 3 φορές την εβδομάδα για τις γυναίκες- αυτό αντιστοιχεί με μια φέτα ζαμπόν. Επιπλέον, προγενέστερες μελέτες έχουν δείξει επίσης ότι εκείνοι που καταναλώνουν λευκά κρέατα, και ιδιαίτερα κοτόπουλο, έχουν περίπου τρείς φορές μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου, σε σύγκριση με τους χορτοφάγους.

Τα δευτερεύοντα χολικά οξέα είναι πιθανώς μέρος του προβλήματος.  Προκειμένου να απορροφηθεί το λίπος, το συκώτι παράγει χολή, η οποία αποθηκεύεται στη χοληδόχο κύστη.  Μετά το γεύμα, η χοληδόχος κύστη στέλνει χολικά οξέα στο έντερο, όπου τροποποιούν χημικά τα λίπη που καταναλώνονται έτσι ώστε αυτά να μπορούν να απορροφηθούν.  Δυστυχώς, τα βακτήρια στο έντερο μετατρέπουν αυτά τα χολικά οξέα σε καρκινογόνες ουσίες που ονομάζονται δευτερεύοντα χολικά οξέα. Τα κρέατα όχι μόνο περιέχουν ένα σημαντικό ποσοστό λίπους αλλά επιπλέον πυροδοτούν την ανάπτυξη των βακτηριδίων που προκαλούν το σχηματισμό των καρκινογόνων δευτερογενών χολικών οξέων.

Οι τρόποι μαγειρέματος που προωθούν το σχηματισμό των HCAs πιστεύεται ότι παίζουν σημαντικό ρόλο στον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου.  Μια μελέτη περιπτώσεων ασθενών στη Βόρεια Καρολίνα που αναλύει την πρόσληψη κρέατος από το επίπεδο μαγειρέματος, από τη μεθόδο μαγειρέματος, και από την εκτιμώμενη πρόσληψη HCAs σε 620 ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου και μετά από 1038 ελέγχους, διαπίστωσε ότι όχι μόνο είναι η πρόσληψη κόκκινου κρέατος που σχετίζεται θετικά με τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου, αλλά επίσης, ότι το τηγάνισμα ήταν ο πιο επικίνδυνος τρόπος μαγειρέματος του κρέατος λόγω υψηλού σχηματισμού HCA κατά τη διάρκειά του.  

Η επιβεβαίωση της σχέσης αυτής μεταξύ του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου και του τηγανίσματος ήταν η απόδειξη στην μελέτη αυτή ότι η πολύ υψηλή θερμοκρασία κατά το τηγάνισμα αυξάνει τον καρκίνο του παχέος εντέρου σχεδόν στο διπλάσιο, και τον κίνδυνο εμφάνισης του καρκίνου του ορθού κατά 60%.

Σύμφωνα με μια ανάλυση του Αμερικανικού Συλλόγου του Καρκίνου, ο καρκίνος του παχέος εντέρου εμφανίζεται όλο και πιο συχνά στους νέους ανθρώπους. Το ποσοστό περιστατικών εμφάνισής του στο φάσμα ηλικιών από 20 έως 49 για το χρονικό διάστημα από το 1992 μέχρι το 2005 αυξανόταν κάθε χρόνο κατά 1,5% στους άνδρες και κατά 1,6% στις γυναίκες.

Η αύξηση αυτή μπορεί να συνδέεται με την αύξηση στα ποσοστά παχυσαρκίας.  Η παχυσαρκία αποτελεί μεγάλο παράγοντα κινδύνου για εμφάνιση καρκίνου του παχέος εντέρου όπως και η αυξημένη κατανάλωση κρέατος (κυρίως από τα φαστ φούντ) τις τελευταίες τρείς δεκαετίες, επίσης αποτελεί παράγοντα κλειδί της εμφάνισης του καρκίνου αυτού.

Άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι μια διατροφή χωρίς κόκκινα και επεξεργασμένα κρέατα που είναι όμως πλούσια σε φυτικές τροφές μπορεί να μειώσει πολύ σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου.

Καρκίνος του προστάτη

Ο καρκίνος του προστάτη είναι ένας από τους πιο συχνούς καρκίνους που πλήττουν τον ανδρικό πληθυσμό στις ΗΠΑ. Οι ερευνητές έχουν εξετάσει πλήθος πιθανών διατροφικών παραγόντων που συμβάλλουν στον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του προστάτη όπως το διατροφικό λίπος, το κορεσμένο λίπος, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και το κρέας. Επίσης έχουν εξετάσει διαιτητικούς παράγοντες που μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης του καρκίνου αυτού όπως η κατανάλωση καροτοειδών και άλλων αντιοξειδωτικών, διαιτητικών ινών και φρούτων.  

Όπως και με τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού στις γυναίκες, στους άνδρες η πρόσληψη διατροφικού λίπους, το οποίο βρίσκεται σε αφθονία στο κρέας και άλλα ζωικά προϊόντα, αυξάνει την παραγωγή τεστοστερόνης, που με τη σειρά της αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του προστάτη.

Μια από τις μεγαλύτερες μελέτες-περιστατικών που έχουν γίνει έδειξε ότι υπάρχει μια θετική σχέση μεταξύ της εμφάνισης καρκίνου του προστάτη και της κατανάλωσης κόκκινου κρέατος.  Η μελέτη αυτή (Μελέτη Υγείας Ιατρών) έλαβε χώρα στο πανεπιστήμιο Harvard και εξετάστηκαν περίπου 15.000 άνδρες ιατροί.  Ενώ σε αυτή τη μελέτη πρωταρχικά έγινε ανάλυση των λιπαρών οξέων του πλάσματος σε σχέση με τον καρκίνο του προστάτη, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι οι άνδρες που κατανάλωναν κόκκινο κρέας τουλάχιστον πέντε φορές την εβδομάδα είχαν κατά 2,5 φορές αυξημένη πιθανότητα να αναπτύξουν καρκίνο του προστάτη σε σχέση με αυτούς που έτρωγαν κόκκινο κρέας λιγότερο από μια φορά την εβδομάδα.

Στην πιο ολοκληρωμένη, συμπληρωματική στην Μελέτη Υγείας Ιατρών, μελέτη πάνω στη σχέση της διατροφής και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του προστάτη, εξετάσθηκαν σχεδόν 52.000 επαγγελματίες υγείας του Χάρβαρντ που ξεκινώντας από το 1986 συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων.  Η αναφορά της μελέτης αυτής, που βασίστηκε σε συνεχή τροφοδότηση σχετικών στοιχείων για 3 – 4 χρόνια μετά, βρήκε μια στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ υψηλότερης κατανάλωσης κόκκινου κρέατος και τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του προστάτη, με την ομάδα των κόκκινων κρεάτων να παίζει το ρόλο της πιο συνδεδεμένης διατροφικής ομάδας με τον προχωρημένο καρκίνο του προστάτη.

Αυτά και άλλα πορίσματα αντίστοιχων ερευνών δείχνουν ότι η μείωση ή η εξάλειψη του κρέατος από το διαιτολόγιό μας μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου του προστάτη.

Μια νέα ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Ανθρώπινης Διατροφής και Διαιτολογίας εκτιμά το κατά πόσον ορισμένες τροποποιήσεις στη διατροφή έχουν  ευεργετική επίδραση στην πρόληψη του καρκίνου του προστάτη. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι μια δίαιτα χαμηλή σε λιπαρά, σε κόκκινο κρέας, σε γαλακτοκομικά προϊόντα, και ασβέστιο, αλλά υψηλή σε φρούτα και λαχανικά είναι ευεργετική στην πρόληψη και θεραπεία του καρκίνου του προστάτη. Η κατανάλωση των ιδιαίτερα επεξεργασμένων ή σχάρα κρεάτων, των γαλακτοκομικών προϊόντων και του λίπους φαίνεται ότι σχετίζεται με τον καρκίνο του προστάτη.

Άλλοι Καρκίνοι

Αν και η σχέση διατροφής και καρκίνου των νεφρών και του παγκρέατος δεν έχουν μελετηθεί τόσο εκτενώς όσο ο καρκίνος του στήθους, του παχέος εντέρου και του προστάτη, πλήθος μελετών έχουν δείξει ότι η κατανάλωση κρέατος μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο και στην ανάπτυξη των καρκίνων αυτών.

Οι τρείς από τις οκτώ μελέτες περιπτώσεων που έχουν εξετάσει τη σχέση μεταξύ καρκίνου των νεφρών (renal cell carcinoma) και της κατανάλωσης κρέατος που βρέθηκε ότι οφείλεται σε υψηλή κατανάλωση κρέατος.  Επιπροσθέτως μία αντίστοιχη μελέτη στην Ιαπωνία έδειξε ότι οι άνθρωποι που καταναλώνουν κρέας καθημερινά είχαν υψηλότερο ποσοστό θανάτων από καρκίνο των νεφρών από αυτούς που έτρωγαν κρέας πιο σπάνια.

Σύμφωνα με μια μελέτη του 2009 που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα του Αμερικανικού Διαιτολογικού Συλλόγου, το κόκκινο κρέας και οι τροφές με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη μπορεί να αποτελέσουν παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση καρκίνου των νεφρών.  Οι ερευνητές μελέτησαν ερωτηματολόγια πάνω στη διατροφή που συμπληρώθηκαν από 335 ασθενείς με καρκίνο των νεφρών και 337 ελέγχους σε υγιή άτομα.

Βρήκαν ότι οι άνδρες και οι γυναίκες που έτρωγαν κόκκινο κρέας πέντε ή περισσότερες φορές την εβδομάδα είχαν τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν την ασθένεια σε σύγκριση με αυτούς που κατανάλωναν κόκκινο κρέας λιγότερο από μια φορά την εβδομάδα.  Η μελέτη αυτή έδειξε επίσης ότι το άσπρο ψωμί, οι πατάτες και άλλες τροφές με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη τριπλασιάζουν τον κίνδυνο εμφάνισης του καρκίνου.  Τροφές υψηλές σε γλυκαιμικό δείκτη επηρεάζουν τους παράγοντες αύξησης της ινσουλίνης γεγονός που επιδρά στην ανάπτυξη όγκων.

Ο καρκίνος του παγκρέατος δεν είναι τόσο κοινός, ωστόσο συχνά είναι θανάσιμος, με λιγότερες από 20 τοις εκατό των περιπτώσεων ασθενών να επιβιώνουν περισσότερο από ένα χρόνο.  Σε ένα πλήθος μελετών έχει αποδειχθεί ότι η καθημερινή πρόσληψη κρέατος σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παγκρέατος.

Μερικές από αυτές τις μελέτες έχουν ξεχωρίσει την κατανάλωση του βοδινού και του χοιρινού κρέατος και έχουν καταλήξει στο ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του παγκρέατος όσο μεγαλύτερη είναι η κατανάλωση αυτών των δύο τροφών.

Μέσα στα πλαίσια των ερευνών των Εθνικών Ινστιντούτων Υγείας AARP Diet και Μελέτης Υγείας, οι ερευνητές παρακολούθησαν και ανέλυσαν τη διατροφή περισσότερων από 525.000 συμμετεχόντων για να καθορίσουν αν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στο διατροφικό λίπος και τον καρκίνο του παγκρέατος. Σύμφωνα με αυτή τη νέα μελέτη, το λίπος από το κόκκινο κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παγκρέατος.  Κατά την ίδια αυτή μελέτη δεν εντοπίστηκε καμμία σύνδεση ανάμεσα στην φυτοφαγική διατροφή και τον καρκίνο του παγκρέατος.

Μία πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στην Βρεττανική εφημερίδα για τον καρκίνο ανακάλυψε ότι οι φυτοφάγοι έχουν 12 τοις εκατό λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν καρκίνο από τους κρεοφάγους.  Αφού παρακολούθησαν 61.000 κρεοφάγους και φυτοφάγους για πάνω από 12 χρόνια, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι οι καρκίνοι του αίματος όπως η λευχαιμία, το πολλαπλό μυέλωμα, και το λέμφωμα του non-Hodgkin – μειώθηκαν δραστικά κατά 45 τοις εκατό σε αυτούς που ακολούθησαν φυτοφαγική διατροφή.  Αν και αυτή η μελέτη επισημαίνει ότι ακολουθώντας μια φυτοφαγική διατροφή ο κίνδυνος εμφάνισης αυτών των καρκίνων είναι συνολικά μειωμένος, ωστόσο δεν περιγράφει επαρκώς τα πλεονεκτήματα της διατροφής αυτής.  Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει μέχρι και 40 τοις εκατό μείωση του κινδύνου εμφάνισης κάθε τύπου καρκίνου ακολουθώντας μια φυτοφαγική διατροφή.


Συμπέρασμα

Δύο πράγματα αποδεικνύονται σταθερά από τις μελέτες του καρκίνου που έχουν γίνει σε πολλές περιοχές : τα λαχανικά και τα φρούτα βοηθούν στη μείωση του κινδύνου εμφάνισής του ενώ μια διατροφή με βάση το κρέας, τα ζωικά προϊόντα, και άλλα τρόφιμα πλούσια σε λιπαρά συχνά βρέθηκε ότι αυξάνουν τον κίνδυνο αυτό. Η κατανάλωση του διατροφικού λίπους οδηγεί στην παραγωγή ορμονών, η οποία, με τη σειρά της, ευνοεί την ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων σε όργανα ευαίσθητα σε ορμόνες, όπως οι μαστοί και ο προστάτης. Το κρέας δεν προσφέρει την προστατευτική επίδραση των φυτικών ινών, των αντιοξειδωτικών, των φυτοχημικών και άλλων χρήσιμων θρεπτικών συστατικών γιατί δεν τα περιέχει.  Ενώ αντίθετα περιέχει υψηλές συγκεντρώσεις κορεσμένου λίπους και πιθανώς καρκινογόνες ενώσεις, οι οποίες μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο να αναπτύξει κάποιος πολλά διαφορετικά είδη καρκίνου.

Οι φυτοφαγικές δίαιτες και οι δίαιτες που είναι πλούσιες σε φυτά με υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες όπως οι ολόκληροι σπόροι, τα όσπρια, τα λαχανικά και τα φρούτα αποτελούν ένα μέτρο προστασίας.  Οι φυτικές ίνες επιταχύνουν το πέρασμα της τροφής από το έντερο, απομακρύνοντας έτσι αποτελεσματικά τις καρκινογόνες ουσίες και οι φυτικές ίνες κατ΄ουσίαν αλλάζουν τον τύπο βακτηριδίων που υπάρχει στα έντερα, μειώνοντας έτσι την παραγωγή καρκινογόνων δευτερογενών χολικών οξέων.  Οι φυτικιές τροφές είναι επίσης φυσικά χαμηλές σε λίπος και πλούσιες σε αντιοξειδωτικά και άλλα αντικαρκινικά στοιχεία. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι φυτοφάγοι έχουν το χαμηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο και ο κίνδυνος αυτός είναι σημαντικά πιο μειωμένος από αυτούς που καταναλώνουν ζωικά προϊόντα.

 

Πηγή: www.pcrm.org

 Μετάφραση: Κυριακής Κρεμαστιώτη