ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Συμμετέχοντας στη μεγάλη γιορτή του Πάσχα, δημοσιεύουμε αυτό το άρθρο από το βιβλίο του Νίκου Καζατζάκη " Ο φτωχούλης του Θεού".Σας το αφιερώνουμε και ευχόμαστε η αγάπη ,η μόνη δύναμη που  μπορεί να σώσει σήμερα τον κόσμο , να κυριαρχήσει, επιτέλους, στις καρδιές όλων μας.

Σαν πια συναχτήκαμε όλοι οι αδερφοί, σηκώθηκε ο Φραγκίσκος, σταύρωσε όπως το συνηθούσε τα χέρια και άρχισε να μιλάει.
— Άγια Δέσποινα Φτώχεια, άλλο πλούτο από σένα δεν έχουμε΄ μη μας αφήσεις! Δώσε να πεινούμε πάντα, να κρυώνουμε, να μην έχουμε που να γείρουμε το κεφάλι!

Άγια Δέσποινα Παρθενιά, καθάρισε το μυαλό μας, καθάρισε την καρδιά μας, καθάρισε τον αέρα που αναπνέουμε! Βόηθα μας να νικήσουμε τον Πειρασμό που περιτριγυρίζει την Πορτσιούνκολα, την καρδιά μας, σα λιοντάρι.

Αγια Δέσποινα Αγάπη, πρωτοθυγατέρα του θεού, σηκώνω τα χέρια μου, επάκουσέ με, πλάτυνε τις καρδιές μας να χωρέσουν όλους τους ανθρώπους, καλούς και κακούς, να χωρέσουν όλα τα ζα, άγρια και ήμερα, όλα τα δέντρα καρπερά και άκαρπα, όλες τις πέτρες, τους ποταμούς και τις θάλασσες· όλοι είμαστε αδέρφια, όλοι έχουμε τον ίδιο Πατέρα κι όλοι πήραμε τη στράτα του γυρισμού και γυρίζουμε στο πατρικό μας σπίτι!

Σώπασε· μπορεί να θελε κι άλλα να πει, μα ο αδερφός Ηλίας πετάχτηκε απάνω, άχνιζε το γιγαντένιο κορμί του, έτρεχε ο ιδρώτας από τα μελίγγια του.

Αδερφέ Φραγκίσκο, είπε με βροντερή φωνή, αδερφέ Φραγκίσκο, άσε και τους αδερφούς να μιλήσουν όλοι είμαστε ίσοι μπροστά στο θεό, καθένας θα πει λεύτερα τη γνώμη του.

— Αδερφοί, ακούσατε τον Κάνονα που μας έφερε ο αδερφός Φραγκίσκος από το χέρι του πάπα' αρέσει, δεν αρέσει, λεύτερα καθένας ας σηκωθεί κι ας μιλήσει.


Μια στιγμή όλοι σώπασαν . Άλλοι  είχαν αντίλογο να πουν μα σέβονταν το Φραγκίσκο· άλλοι δεν είχαν τίποτα να πουν, καλά καλά δεν καταλάβαιναν τί ήταν αυτά που ανάγνωσε ο Φραγκίσκος και σώπαιναν, σώπαινα κι εγώ, γιατί ’μουν σύμφωνος και δεν κάτεχα πως να το πω.
Τέλος, σηκώθηκε στενάζοντας ο παπα-Σίλβεστρος:

— Αδερφοί, είπε, είμαι ο γεροντότερος απ’ όλους, γι’ αυτό και παίρνω το θάρρος να σηκωθώ και να μιλήσω πρώτος. Ακούστε με, αδερφοί: ο κόσμος σάπισε, έφτασε το τέλος του κόσμου, ας διασκορπιστούμε στα πέρατα της γης, διαλαλώντας πως έφτασε η συντέλεια του αιώνα' να φοβηθούν οι ανθρώποι, να μετανοήσουν και να σωθούν αυτή ’ναι η γνώμη μου, κάμετε ό,τι σας φωτίσει ο θεός.
Ο Σαμπατίνο πετάχτηκε, το μουσούδι του ήταν κίτρινο, φαρμακωμένο.

— Δε σάπισε ο κόσμος, σκλήριξε, σάπισαν οι αρχοντότεροι από την κεφαλή βρωμάει το ψάρι. Να σηκωθούμε, να ξεσηκώσουμε το λαό, να ριχτούμε στους αρχόντους, φωτιά στα καστέλια τους, στα μεταξωτά τους ρούχα, στα φτερά που φορούν στα κεφάλια τους. Αυτή 'ναι η αληθινή σταυροφορία, έτσι μονάχα θα λευτερώσουμε τον Αγιο Τάφο. Ποιόν Αγιο Τάφο; τον κακομοίρη το λαό που σταυρώνεται. Ανάσταση του λαού, να τι θα πει ανάσταση του Χριστού!

— Ο λαός πεινάει! φώναξε ο Κέδρος ξαναμμένος, ο λαός πεινάει, δεν έχει ανάκαρα να σταθεί στα πόδια του, ας φάει πρώτα να καρδαμώσει, δεν έχει μάπα να δει πως αδικιέται, ας του ανοίξουμε τα μάτια! Ας αφήσουμε μια στιγμή τη βασιλεία των ουρανών, αδερφέ Φραγκίσκο, κι ας κοιτάξουμε τη βασιλεία της γης, απ' αυτή πρέπει ν' αρχίσουμε. Αυτή 'ναι και μένα η γνώμη μου · έπρεπε να χουμε εδώ ένα γραμματικό και να γράφει!
Τότε ο αδερφός Βερνάρδος σηκώθηκε και τα γαλάζια μάτια του είχαν βουρκώσει.

— Αδερφοί, είπε, να φύγουμε από τον κόσμο, που μπορούμε εμείς να τα βάλουμε με τους αρχόντους του αιώνα; Να φύγουμε! να καταφύγουμε στην έρημο, ν’ αφιερώσουμε τις ημέρες και τις νύχτες μας στην προσευκή. Παντοδύναμη είναι η προσευκή, αδερφοί μου, ένας προσεύχεται στην κορφή ενός βουνού κι η προσευκή χύνεται κάτω με ορμή, μπαίνει στις πολιτείες κι αναστατώνει τις άνομες καρδιές. Ανεβαίνει ως τα πόδια του θεού και μαντατεύει τον πόνο του ανθρώπου. Μονάχα με την προσευκή, όχι με τα πλούτη, όχι με τ’ άρματα, αδερφοί μου, θα σώσουμε την οικουμένη.

Σηκώθηκα τότε κι εγώ να μιλήσω, τσεύδισα μερικά λόγια, μα ευθύς τα χασα, έσκυψα στις απαλάμες το πρόσωπά μου κι έβαλα τα κλάματα. Μερικοί αδερφοί γέλασαν, μα ο Φραγκίσκος με αγκάλιασε, μ’ έβαλε να καθίσω δεξιά του.
— Κανένας δε μίλησε με τόση τέχνη και δύναμη, είπε · έχε την ευκή μου, φράτε Λεόνε.

Σηκώθηκε, άνοιξε, καθώς το συνηθούσε, τις αγκάλες:

— Αγάπη! Αγάπη! είπε · όχι πόλεμο, όχι βία,μα κι η προσευκή δε φτάνει, αδερφέ Βερνάρδο, χρειάζεται κι η πράξη, δύσκολο, επικίνδυνο να ζεις με τους ανθρώπους, μα πρέπει. Πολύ βολικό ν αποτραβιέσαι στην έρημο και να προσεύχεσαι. Αργεί η προσευκή να κάνει το θάμα της, πιο γρήγορη, πιο σίγουρη, πιο  δύσκολη είναι η πράξη,  όπου είναι άνθρωποι, είναι η ο πόνος, η αρρώστια, η αμαρτία · εκεί είναι η θέση μας, αδερφέ μου, μέσα στους λεπρούς, τους αμαρτωλούς, τους πεινασμένους. Ένα φριχτό ακάθαρτο σκουλήκι κοιμάται στα σωθικά του κάθε ανθρώπου · και του πιο άγιου ασκητή · σκύψε, πες του: σε αγαπώ! και θα πετάξει φτερούγες και θα γίνει πεταλούδα... Σκύβω και προσκυνώ την παντοδυναμία σου, Αγάπη · έλα και φίλησε τους αδερφούς μου, έλα και κάμε το θάμα σου!
Όσο μιλούσε ο Φραγκίσκος, ο αδερφός Ηλίας στριφογύριζε απάνω στην πέτρα όπου κάθουνταν, αγκουσεμένος, ασκοφυσώντας, κουνούσε το κεφάλι και έκανε νοήματα στους συντρόφους του · δεν κρατήθηκε τέλος, πετάχτηκε απάνω: 

— Δε φτάνει η αγάπη, αδερφοί, μην τον ακούτε, πόλεμος! Το τάγμα μας πρέπει να 'ναι τάγμα πολεμικό, οι αδερφοί ατρόμητοι πολεμιστές, στο ένα χέρι να κρατούν το σταυρό, στο άλλο το τσεκούρι ·το δέντρο το κακό, το λέει το Βαγγέλιο, έρριζα να κοπεί και να ριχτεί στη φωτιά. Πώς θα νικήσουμε τους δυνατούς του κόσμου ετούτου; αν γίνουμε πιο  δυνατοί. Κι όχι φτώχεια, όχι τέλεια φτώχεια, γιατί τόση αλαζονεία, αδερφέ Φραγκίσκο; Κι ο Χριστός είχε δώσει στους Αποστόλους του το λεύτερο να χουν σαντάλια και ραβδί και δισάκι · κι ένας από τους Αποστόλους κρατούσε το πουγγί και μάχουνταν να το γεμίσει, για να θρέψει το αποστολάτο. Και συ, αδερφέ Φραγκίσκο, τολμάς να θες να ξεπεράσεις το Χριστό; Σπαθί παντοδύναμο το πλούτος, ας μην απομείνουμε ξαρμάτωτοι μέσα στον άτιμο ετοπύτον μαχαιροβγάλτη κόσμο! Ο αρχηγός μας, όχι αρνί, παρά λιοντάρι, όχι αγιαστούρα να κρατοπούμε, παρά φραγγέλιο. Μπας και ξεχνάς, αδερφέ Φραγκίσκο, πως ο Χριστός πήρε το φραγγέλιο και έδιωξε τους εμπόρους από το ναό του θεού; Το λέω, αδερφοί, το ξαναλέω: Πόλεμος!
Τινάχτηκαν απάνω πέντ έξι από τους νεώτερους αδερφούς ολολύζοντας και σήκωσαν στα χέρια τους τον αδερφό Ηλία :

Εσύ σαι το λιοντάρι, του φώναξαν, έμπα μπροστά, οδήγα!

Χλωμός, εξαντλημένος, ακούμπησε ο Φραγκίσκος το χέρι του στον ώμο μου κι ανασηκώθηκε· η φωνή του όλο παρακάλια και θλίψη:
- Ειρήνη, αδερφοί μου, φώναξε, ειρήνη! Πώς μπορούμε να ειρηνέψουμε τον κόσμο, άμα δεν έχουμε, εμείς, ειρήνη στην καρδιά μας; Ο πόλεμος γεννάει πόλεμο κι αυτός άλλον πόλεμο  κι έτσι σταματημό δεν έχει να χύνεται το αίμα του ανθρώπου. Ειρήνη! Ειρήνη! Αδερφέ Ηλία, μην ξεχνάς ο Χριστός ήταν αρνί και σήκωνε όλες  αμαρτίες του κόσμου.

- 0 Χριστός, αδερφέ Φραγκίσκο, αντιμίλησε ο Ηλίας, ο Χριστός ήταν λιοντάρι, το λέει και μοναχός του: Δεν ήρθα να φέρω ειρήνη, μαχαίρι κρατώ!

Στράφηκε στους αδερφούς:
- Ακούσατε: είναι λόγια του Χριστού, δε μιλώ εγώ, ο Χριστός μιλάει: Δεν ήρθα να φέρω ειρήνη, μαχαίρι κρατώ!
Αναστατώθηκαν οι αδερφοί, σηκώθηκαν απάνω, μοιράστηκαν λιγοστοί γύρω από το Φραγκίσκο έκλαιγαν, οι πιο πολλοί τριγύριζαν τον Ηλία που γελούσε Φώναζαν όλοι μαζί, αγκρισμένοι. Ο παπα- Σίλβεστρος μπήκε τότε στη μέσ

 - Αδερφοί, είπε, ο Σατανάς, ο μαύρος τράγος, ξαναγύρισε πάλι ανάμεσά μας · θωρώ τα πράσινα μάτια του στον αέρα!
0 Φραγκίσκος αναμέρισε τους αδερφούς που τον κύκλωναν, ζύγωσε, πήρε γεραγκαλιά τον Ηλία

- Αδερφέ Ηλία, είπε, και σεις όλοι οι αδερφοί, ακούστε· δύσκολη η στιγμή που περνάει η αδερφοσύνη μας. Αφήστε να κατασταλάξουν ήσυχα εντός σας τα λόγια και τ' αντίλογο που ακούσατε στη σύναξή μας ετούτη. Πόλεμος, ειρήνη, προσευκή στη μεγάλη μοναξιά: Ο καιρός, ο πιστός αγωγιάτης του θεού, αυτός θα μας δείξει το δρόμο .Ωστόσο, μην ξεχνάτε το χρέος σας αδερφοί! Ο άγιος πατέρας μας έδωκε το προνόμιο να κηρύχνουμε, μπροστά μας απλώνουνται οι δρόμοι ολάκερης της γης, ας τους μοιραστούμε αδερφικά! Ξεκινήσετε, πολλά στενός είναι εδώ ο τόπος, μικρή 'ναι η Πορτσιούνκολα, αγγίζει ο ένας αγκώνας
τον αγκώνα του αδερφού, σκοντάφτει ο ένας απάνω στον άλλο, νευριάζουμε, θυμώνουμε, έρχεται ο Πειρασμός ·βγείτε έξω στον ανοιχτό αέρα, πάρτε τους μεγάλους δρόμους, πηγαίνετε δυο-δυο, παρηγοριά και κουράγιο ο ένας στον άλλο · κι όπου δείτε ανθρώπους μαζεμένους, σταθείτε και ρίχνετε, τάιστρο αθάνατο, το λόγο του θεού.

— Αδέρφια μου, παιδιά μου, σκορπιστείτε με την ευκή μου στα πέρατα της γης ·ολάκερη η γης είναι το χωράφι του θεού, οργώστε το και σπείρετε τη φτώχεια, την αγάπη, την ειρήνη · στερεώσετε τον κόσμο που γέρνει να γκρεμιστεί · στερεώστε τις ψυχές σας ·υψώστε τις καρδιές σας απάνω από την οργή, τη φιλοδοξία, τη ζήλια. Μη λέτε: Εγώ! Εγώ! υποτάχτε το άγριο αυτό, αχόρτατο θεριό στην αγάπη του θεού ·το εγώ δεν μπαίνει στην Παράδεισο, στέκεται απόξω από την πόρτα και μουγκρίζει. Μιαν παραβολή θα σας πω τώρα στον αποχωρισμό μας · μιαν παραβολή, να τη θυμάστε, για να με θυμάστε, παιδιά μου!
—Ένας ασκητής, σε όλη του τη ζωή αγωνίστηκε να φτάσει στην τελειότητα · μοίρασε όλο του το βιός στους φτωχούς, αποτραβήχτηκε στην ερημιά και προσεύχουνταν μερονυχτίς στο θεό. Ήρθε μέρα και πέθανε ανέβηκε, χτύπησε την πόρτα του παράδεισου. «Ποιός είναι, ακούστηκε από μέσα μια φωνή:-Εγώ! αποκρίθηκε ο ασκητής. 

— Δυο εδώ δε χωρούν, ακούστηκε η φωνή, φεύγα!»

Κατέβηκε ο ασκητής της γης κι άρχισε πάλι τον αγώνα- φτώχεια, νηστεία, ακατάλυτη προσευκή, κλάματα- ήρθε πάλι μέρα, πέθανε- χτύπησε πάλι την πόρτα του Παράδεισου. «Ποιος είναι; ακούστηκε η ίδια φωνή. —Εγώ! —Δυο εδώ δε χωρούν, φεύγα!». Απελπισμένος ο ασκητής γκρεμίστηκε πάλι στη γης και ξανάρχισε mo άγριο τώρα τον αγώνα να φτάσει στη λύτρωση- γέρος πια, εκατοχρονίτης, πέθανε- χτύπησε πάλι την πόρτα του Παράδεισου. «Ποιος είναι; ακούστηκε η φωνή. —Εσύ, Κύριε, εσύ!» Κι ευθύς η πόρτα του Παράδεισου άνοιξε και μπήκε.

Με το παράδειγμα του ασκητή μπορούμε να οδηγηθούμε και στη δική μας σωματική και πνευματική ΑΝΑΣΤΑΣΗ.

Με πολλή αγάπη ,

Υγεία-Οικολογία